Saturday, 13 August 2011

Θερμοπύλες - Thermopylae

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει

όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε
.

...........................

Honor to those who in the life they lead
define and guard a Thermopylae.
Never betraying what is right,
consistent and just in all they do
but showing pity also, and compassion;
generous when they are rich, and when they are poor,
still generous in small ways,
still helping as much as they can;
always speaking the truth,
yet without hating those who lie.

And even more honor is due to them
when they foresee (as many do foresee)
that in the end Ephialtis will make his appearance,
that the Medes will break through after all.



Constantine Cavafy

Monday, 8 August 2011

Aνδρείκελα - Dummies

Σαν να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη.
Σαν να μένουμε ακόμα στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω κι ούτε μια μαρμαρυγή.
άνθρωποι στων άλλων τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό

ανδρείκελα στης μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα, κοιτώντας παθητικά τ' αστέρια.

Μακρινή τώρα είναι για μας η κάθε χαρά.

Η ελπίδα και η νιότη έννοια αφηρημένη.
άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε παρά 

ο όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός

κι άμα δεν ήταν η βαθιά λύπη μες στο σώμα
κι άμα δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός πόνος μας να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα.


..............................


As if we never came in this land.
As if we still remain in inexistence.
Darkness around and nor a shimmer.
Men in the imagination of the others.

Created by paper and hesitation
dummies in the two blind hands of destiny,
we dance, we accept the deception,
lifelessly, looking passively at the stars.

Distant is for us every delight now.
Hope and youth abstract meanings.
Nobody else knows that we’re here
despite of him that steps over us while he passes.

So many years have passed, time has passed
and if the deep sorrow wasn’t in the body
and if our true pain wasn’t in the soul
telling that we still exist.




 Kostas Kariotakis

Saturday, 6 August 2011

Θερινό Ηλιοστάσι Γ' - Summer Solstice C'

Κι όμως σ᾿αυτο τον ύπνο
τ᾿όνειρο ξεπέφτει τόσο εύκολα
στο βραχνά.
Όπως τὸ ψάρι ποὺ άστραψε κάτω απ'τὸ κύμα
καὶ χώθηκε στο βούρκο τού βυθού
ή χαμαιλέοντας όταν αλλάζει χρώμα.
Στην πολιτεία ποὺ έγινε πορνείο
μαστροποί καὶ πολιτικιὲς
διαλαλούν σάπια θέλγητρα·
η κυματόφερτη κόρη
φορεί τὸ πετσὶ τής γελάδας
γιὰ να τὴν ανεβεί το ταυρόπουλο·
 ο ποιητὴς
χαμίνια τού πετούν μαγαρισιὲς
καθὼς βλέπει τ᾿αγάλματα να στάζουν αίμα.
Πρέπει να βγείς απὸ τούτο τὸν ύπνο·
τούτο το μαστιγωμένο δέρμα.

...................

And in this sleep often
dream comes down easily
into nightmare.
As the fish flashed under the wave
and nestled down in the mire of the deep
or the chameleon when changing colour.
In the state that became a brothel
whoremongers and policies
blare rotten lures'
 the wave sent daughter
wears the skin of a cow
so as the bull bestrides her'
the poet
gamins throw filths on him
as he watches statues bleeding.
You have to escape this sleep'
this whipped skin.


Giorgos Seferis

Sunday, 31 July 2011

Δώρο Ασημένιο Ποιήμα - Gift Silver Poem

Ξέρω πως είναι τίποτε όλ’ αυτά και πως 
η γλώσσα που μιλώ δεν έχει αλφάβητο 
Αφού και ο ήλιος και τα κύματα 
είναι μια γραφή συλλαβική 
που την αποκρυπτογραφείς 
μονάχα στους καιρούς της λύπης
και της εξορίας 
 Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία 
μ’ επιστρώσεις διαδοχικές φράγκικες 
ή σλαβικές που αν τύχει και βαλθείς 
για να την αποκαταστήσεις
πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο 
 Σ’ ένα πλήθος Εξουσίες ξένες 
μέσω της δικής σου πάντοτε 
Όπως γίνεται με τις συμφορές 
Όμως ας φανταστούμε 
σ’ ένα παλαιών καιρών αλώνι 
που μπορεί να ‘ναι και σε
πολυκατοικία ότι παίζουνε παιδιά 
και ότι αυτός που χάνει 
Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς 
να πει στους άλλους 
και να δώσει μιαν αλήθεια 
Οπόταν βρίσκονται στο τέλος 
όλοι να κρατούν 
στο χέρι τους ένα μικρό 
Δώρο ασημένιο ποίημα.


..........................


I know that all this is worthless and that the language
I speak doesn't have an alphabet
Since the sun and the waves are a syllabic script
which can be deciphered only in the years of sorrow and exile
And the motherland a fresco with successive overlays
frankish or slavic which, should you try to restore,
you are immediately sent to prison and
held responsible
To a crowd of foreign Powers always through
the intervention of your own
As it happens for the disasters
But let's imagine that in an old days' threshing-floor
which might be in an apartment-complex children
are playing and whoever loses
Should, according to the rules, tell the others
and give them a truth
Then everyone ends up holding in his
hand a small
Gift, silver poem.


Odysseas Elytis

Θάλασσα Λανθασμένη - Unjust Sea

Θάλασσα λανθασμένη 
δεν γίνεται


........................



A sea can't be 
unjust



Odysseas Elytis

Χελιδόνια - Swallows

Κείνο που σού προσάπτουνε 
τα χελιδόνια 
είναι η άνοιξη πού δεν έφερες

...................


What swallows accuse you for
is the spring you did not bring




Odysseas Elytis

Friday, 29 July 2011

Στο Λιβυκό - In Libyan Sea

Κι έτσι σιγά να ταξιδεύουμε
στου Νότου τα νερά
τρελά πουλιά μεταναστεύουμε
σε μέρη πιο ζεστά.


Μέσα στους ήλιους που χανόμαστε
κατρακυλούν οι ελιές
σε θαλασσοσπηλιές κρυβόμαστε
να χτίσουμε φωλιές.


Στο Λιβυκό μεθάει ο Αύγουστος
με δυο φεγγάρια φως
στου Ανέμου τ' ανοιχτό παράθυρο
με σεργιανά ο καιρός


Απ' την αρχή πλάθοντας όνειρα
στο βλέμμα σου θωρώ
βράχους σπηλιές και μέρη απόμερα
μέσα τους να χαθώ


Φως της αλμύρας κάθε δειλινό
του Νότου τα νερά
με σεργιανούν σαν το παλιό καιρό
σε μέρη μυστικά


Στο Λιβυκό μεθάει ο Αύγουστος
με δυο φεγγάρια φως
στου Ανέμου τ' ανοιχτό παράθυρο
με σεργιανά ο καιρός.


......................


Lets travel so slowly
in the Southern waters
crazy birs emmigrating
in warmer places.


In the suns we get lost in
olive trees roll
we hide ourselves in sea caves
to build caves.


Augtst gets drunk in Libyan sea
with two moons full of light
in the Winds' open window
time carries me .


Making dreams from the start
I stare in your look
rocks, caves and deserted places
may I get lost in them.


Light of saltiness every evening
the Southern waters
take me back just like the old times
in secret places.


Augtst gets drunk in Libyan sea
with two moons full of light
in the Winds' open window
time carries me.




Poetry/Lyrics : Giorgos Baklavas
Music : Giannis Ioannou
Song : Calliopi Vetta
Video : http://www.youtube.com/watch?v=7hpGRspKbic

Thursday, 21 July 2011

Ελεγείο - Elegy

Στη φωτιά του ματιού σου 
θα χαμογέλασε κάποτε ο Θεός
Θα 'κλείσε την καρδιά της η άνοιξη 

σα μιας αρχαίας ακρογιαλιάς 
μαργαριτάρι.
Τώρα καθώς κοιμάσαι λαμπερός
Στους παγωμένους κάμπους 

που οι αγράμπελες
Γίναν βαλσαμωμένα φτερά 

μαρμάρινα περιστέρια
Βουβά παιδιά της απαντοχής —
Ήθελα να 'ρθεις μια βραδιά σα βουρκωμένο σύννεφο
Άχνη της πέτρας πάχνη της ελιάς
Γιατί στο αγνό σου μέτωπο
Κάποτε θα 'βλεπα κι εγώ
Το χιόνι των προβάτων και των κρίνων
Μα πέρασες απ' τη ζωή σαν ένα δάκρυ της θάλασσας
Σα λαμπηδόνα καλοκαιριού και στερνοβρόχι του Μάη
Κι ας ήσουν μια φορά κι εσύ ένα γεράνιο κύμα της
Ένα πικρό βότσαλο της
Ένα μικρό χελιδόνι της σ' ένα πανέρημο δάσος
Χωρίς καμπάνα τη χαραυγή χωρίς λυχνάρι το απόβραδο
Με τη ζεστή σου καρδιά γυρισμένη στα ξένα
Στα χαλασμένα δόντια της άλλης ακρογιαλιάς 
Στα γκρεμισμένα νησιά της αγριοκερασιάς και της φώκιας.


.....................................................



Some time God must have smiled at the fire inside your eye 
The Spring must have clasped its heart like an ancestral seashore's pearl. 
Now as you sleep shining 
In the frozen fields where the wild grapevines 
Turned into embalmed wings, marble pigeons, 
Silent children of anticipation -- 
I wish you would arrive one evening like a tearful cloud, 
Stone's vapor, olive's rime 
For on your chaste forehead 
Sometimes I would see 
The snow of sheep and lilies  
But you went through life like a tear of the sea 
Like a Summer's shine and May's last rain 
Despite of you too having once been one of her mauve waves 
A bitter pebble of hers 
A small swallow out of her into a desolate forest 
With no bell's sound at dawn, no lantern's light at dusk 
With your warm heart turned abroad 
Toward the worn teeth of the alien seashore 
Toward the wrecked isles of seals and wild cherry trees.






Nikos Gatsos


Photo : Palaiochora, Crete

Saturday, 16 July 2011

As If The Sea Should Part

Άν μέριαζε έτσι η Θάλασσα
Καί αποκάλυπτε μιάν άλλη Θάλασσα
Και η δεύτερη...μιάν άλλη... και οι Τρείς 
θα έκαναν υποθετικά ένα σύνολο ...

Απο περιόδους Θαλασσών...
Ανεξερεύνητων Ακτών...
Γι' Αυτές θα ήταν το Πέρας των Θαλασσών... 
Η Αιωνιότητα...είναι Αυτές.

.......................

As if the Sea should part
And show a further Sea
And that ...a further ...and the Three
But a presumption be...

Of Periods of Seas...
Unvisited of Shores...
Themselves the Verge of Seas to be...
Eternity... is Those... 


Emily Dickinson

Ευρώπη - Europa

Και σιγά σιγά εκείνη έπαψε να φοβάται,
κι εκείνος προσέφερε το στήθος του 
στα παρθενικά της χάδια,
Και τα κέρατά του να τους τυλίξει 
με άνθινες γιρλάντες,
Μέχρι που η πριγκίπισσα τόλμησε 
να ανέβει στην πλάτη του,
Χωρίς να το καταλάβει, καβαλίκεψε 
του χαϊδεμένου ταύρου της την πλάτη,
Τότε αργά-αργά κατεβαίνοντας
την πλατιά στεγνή παραλία,
Πρώτα στα ρηχά νερά 
ο μεγάλος θεός πάτησε
Τις απατηλές οπλές του, 
κι ύστερα νωχελικά ξανοίχτηκε
Μέχρι που τη λεία του έφερε στην
ανοιχτή θάλασσα.
Φόβος γέμισε την καρδιά της καθώς,
όπως γύρισε πίσω το βλέμμα, 
είδε να απομακρύνεται γρήγορα η άμμος.
Το δεξί της χέρι άρπαξε ένα κέρατο,
το άλλο ακούμπησε την πλάτη του.
Και ο χιτώνας της ανέμιζε στην αύρα του ανέμου.

.....................

And gradually she lost her fear, and he
Offered his breast for her virgin caresses,
His horns for her to wind with chains of flowers
Until the princess dared to mount his back
Her pet bull's back, unwitting whom she rode.
Then,slowly, slowly down the broad, dry beach,
First in the shallow waves the great god set
His spurious hooves, then sauntered further out
'til in the open sea he bore his prize
Fear filled her heart as, gazing back, she saw
The fast receding sands. Her right hand grasped
A horn, the other lent upon his back
Her fluttering tunic floated in the breeze.

Ovid