Showing posts with label Poetry (International). Show all posts
Showing posts with label Poetry (International). Show all posts

Monday, 20 January 2025

Ηράκλειτος - Heráclito

 













Ο Ηράκλειτος περπατάει βραδάκι
για την Έφεσο. Το δειλινό τον έφερε
χωρίς να το ’χει συνειδητά επιδιώξει
στην όχθη ενός σιωπηλού ποταμού.
Δεν ήξερε ούτε πώς τον έλεγαν, ούτε κατά πού πάει.
Υπήρχε ένας πέτρινος Ιανός και κάτι λεύκες.
Κοιτάζεται στον αεικίνητο καθρέφτη
και συλλαμβάνει και επεξεργάζεται τη φράση
που κράτησαν αμετάβλητη
οι ανθρώπινες γενιές. Η φωνή του εξάγγειλε:
Κανείς δεν μπαίνει δυο φορές στα νερά
του ίδιου ποταμού. Στάθηκε. Νιώθει
με ένα δέος ιερό και μ’ ένα ρίγος
ότι κι ο ίδιος είναι ένα ποτάμι, μια ροή.
Θέλει να ξανακερδίσει εκείνο το πρωινό,
τη νύχτα του, το δειλινό της. Όμως δεν μπορεί.
Ξαναλέει τη φράση. Τη βλέπει τυπωμένη
καθαρά, με γράμματα του μέλλοντος
σε κάποια σελίδα του Μπάρνετ.
Ο Ηράκλειτος δεν ξέρει ελληνικά. Ο Ιανός,
θεός των θυρών, είναι λατίνος θεός.
Ο Ηράκλειτος δεν έχει τώρα ή χτες.
Είναι ένα καθαρό τέχνασμα που ονειρεύτηκε
ένας μελαγχολικός άνθρωπος στην όχθη του Κόκκινου Κέδρου,
ένας άνθρωπος που συνδυάζει εντεκασύλλαβους
για να μη σκέφτεται συνέχεια το Μπουένος Άιρες,
και τα αγαπημένα του πρόσωπα. Κάποιος του λείπει.



..........



Heráclito camina por la tarde
De Éfeso. La tarde lo ha dejado,
Sin que su voluntad lo decidiera,
En la margen de un río silencioso
Cuyo destino y cuyo nombre ignora.
Hay un Jano de piedra y unos álamos
Se mira en el espejo fugitivo
Y descubre y trabaja la sentencia
Que las generaciones de los hombres
No dejarán caer. Su voz declara:
Nadie baja dos veces a las aguas
Del mismo río. Se detiene. Siente
Con el asombro de un horror sagrado
Que él también es un río y una fuga.
Quiere recuperar esa mañana
Y su noche y la víspera. No puede.
Repite la sentencia. La ve impresa
En futuros y claros caracteres
En una de las páginas de Burnet.
Heráclito no sabe griego. Jano,
Dios de las puertas, es un dios latino.
Heráclito no tiene ayer ni ahora.
Es un mero artificio que ha soñado
Un hombre gris a orillas del Red Cedar,
Un hombre que entreteje endecasílabos
Para no pensar tanto en Buenos Aires
Y en los rostros queridos. Uno falta.





Jorge Luis Borges



Monday, 18 March 2024

Γάτες Και Εσύ Και Εγώ - Cats And You And Me

 















οι Αιγύπτιοι λάτρευαν τις γάτες
συχνά ενταφιάζονταν μαζί τους
αντί μαζί με το παιδί
και ποτέ με σκύλο.
και τώρα
εδώ
καλοί άνθρωποι με
τις γατίσιες ψυχές
είναι πολύ λίγοι
ωστόσο εδώ και τώρα πολλές φίνες γάτες
με υπέροχο στυλ
περιφέρονται
στα σοκάκια
του σύμπαντος.
σχετικά
με τον καβγά μας σήμερα το βράδυ
ο,τι και να
αφορούσε
και
όσο
δυστυχείς
και
να μας έκανε
να νιώσουμε να θυμάσαι ότι
υπάρχει μια
γάτα
κάπου
που βολεύεται στο
χώρο της
με ήρεμη
άνεση.
με άλλα λόγια
η μαγεία επιμένει με
ή χωρίς εμάς
άσχετα πόσο
εμείς προσπαθούμε να
την καταστέψουμε
εγώ θα
κατέστρεφα και την τελευταία ευκαιρία που
μου απομένει
ώστε να συνεχίσει πάντα να
επιμένει.



...................




the Egyptians loved the cat
were often entombed with it
instead of with the child
and never with the dog.
and now
here
good people with
the souls of cats
are very few
yet here and now many
fine cats
with great style
lounge about
in the alleys of
the universe.
about
our argument tonight
whatever it was
about
and
no matter
how unhappy
it made us
feel
remember that
there is a
cat
somewhere
adjusting to the
space of itself
with a calm
and delightful
ease.
in other words
magic persists with
or without us
no matter how
we may try to
destroy it
and I would
destroy the last chance for
myself
that this might always
continue.





Charles Bukowski

Art :  Paul Klee "Cat & Bird"
μτφρ. στα Ελληνικά: Βαρβάρα Χατζησάββα

Sunday, 17 March 2024

Τρυφερότητα - Tendresse





























Η καρδιά μου χτυπά με τα φτερά της μόνο
Δεν είμαι πιο μακριά απ' ότι η φυλακή μου
Ω φίλοι μου χαμένοι πίσω απ' τον ορίζοντα
Μονάχα την δική σας κρυμμένη ζωή αφουγκράζομαι
Υπάρχει ο χρόνος τυλιγμένος κατω απ' τις πτυχές του θόλου
Κι όλες οι αναμνήσεις που περάσαν απαρατήρητες
Δεν μένει παρά να χαιρετήσω τον αέρα που προς εσάς κινά
Που θα χαιδέψει τα δικά σας πρόσωπα
Να κλείσω την πόρτα στους βραδινούς ψιθύρους
Και να κοιμηθώ κάτω απ' την νύχτα που πνίγει το διάστημα
Δίχως σκέψη να φύγω
Ποτέ να μη σας ξαναδώ
Φίλοι έγκλειστοι μες στον καθρέφτη
Αντανακλάσεις της αγάπης μου ανάμεσα στα βήματα βαλμένες

Μορφασμοί του ήλιου μες στα μάτια που σβήνουν
Πίσω απ' την φωτεινότερη φόδρα των σύννεφων
Μοίρα μου πλασμένη με φόβους και ψέμματα
Επιθυμία μου αποκομμένη από το πλήθος
Όλα οσα ξέχασα μες στην πρωινή ελπίδα
Όσα εμπιστεύτηκα στων χεριών μου την σύνεση
Τα όνειρα που μόλις φτιάχτηκαν χαλάστηκαν
Τα πιο ωραία ερείπια σχεδίων χωρίς αναχωρήσεις
Υπό τις λάμες του παρόντος χρόνου που μας αποδεκατίζουν
Τα κεφάλια ορθωμένα μπρος στα μαύρα πρανή
Μεθυσμένα από τις μυρωδιές απ' όλα τα πλάτη της γης
Υπό το πάθος του ανέμου καθώς στριφώνεται

Με κάθε γραμμή των στροφών
Δεν έχω πια φως αρκετό
Ο θάνατος μού γρατζουνά το μέτωπο
Κι η ίδια ύλη
Βαραίνει προς το απόβραδο γύρω από το κουράγιο μου
Αλλά πάντα το ξύπνημα πιο φωτεινό μέσα στην φλόγα των αντικατοπτρισμών του.



......................



Mon cœur ne bat que par ses ailes
Je ne suis pas plus loin que ma prison
Ô mes amis perdus derrière l’horizon
Ce n’est que votre vie cachée que j’écoute
Il y a le temps roulé sous les plis de la voûte
Et tous les souvenirs passés inaperçus
Il n’y a qu’à saluer le vent qui part vers vous
Qui caressera vos visages
Fermer la porte aux murmures du soir
Et dormir sous la nuit qui étouffe l’espace
Sans penser à partir
Ne jamais vous revoir
Amis enfermés dans la glace
Reflets de mon amour glissés entre les pas

Grimaces du soleil dans les yeux qui s’effacent
Derrière la doublure plus claire des nuages
Ma destinée pétrie de peurs et de mensonges
Mon désir retranché du nombre
Tout ce que j’ai oublié dans l’espoir du matin
Ce que j’ai confié à la prudence de mes mains
Les rêves à peine construits et détruits
Les plus belles ruines des projets sans départs
Sous les lames du temps présent qui nous déciment
Les têtes redressées contre les talus noirs
Grisées par les odeurs du large de la terre
Sous le fougue du vent qui s’ourle

A chaque ligne des tournants
Je n’ai plus assez de lumière

Assez de peau assez de sang
La mort gratte mon front

Et la même matière

S’alourdit vers le soir autour de mon courage
Mais toujours le réveil plus clair dans la flamme de ses mirages.





Pierre Reverdy

[Μτφρ. στα ελληνικά: Παναγιώτης Ιωαννίδης]

Friday, 8 March 2024

Το Ταξίδι - The Journey


























Ο Μάιλς περίμενε στην αποβάθρα,
με την τρομπέτα του σε τσάντα πλαστική.

Η κυρία ήταν ψυχρή-
άνεμος μαστίγωνε τις γαρδένιες
που έκλεψα για τα μαλλιά της.

Σε άθλια κατάσταση και οι τρεις.

Κανείς δεν ερχόταν έτσι ξεκίνησα να κοπηλατώ.

Δυσκολευόμουν-
στάσιμα νερά, μαιανδρική ροή...

Η πόλη στέναζε και σιγόβραζε.
Κονσερβοκούτια στις όχθες σαν χειροπέδες...

Να 'μαστε, στα ανοιχτά...

Μα ο Μάιλς έβγαλε το κόρνο του 
και έπαιξε.
Η κυρία τραγούδησε.

Ένα αργό παραδοσιακό μπλουζ.

Το ρέμα μας πήρε-
κόρνο, φωνή, ο ήχος του νερού λάμνοντας...

Δεν ξέρω πόσο καιρό αρμενίζαμε-

το σκαρί μας γεμάτο μουσική,
η νύχτα γεμάτη άστρα.

Όταν ξύπνησα μπαίναμε στον ωκεανό,
ο ήλιος χαμηλά στο νερό
ζεστός σαν λαιμός,
χρυσός σαν τρομπέτα.

Κλάψαμε.

Ύστερα εκτιναχθήκαμε μ' έναν ύμνο.

Ποτέ μου δεν υπήρξα τόσο ευτυχισμένος.



................




Miles was waiting on the dock,
his trumpet in a paper bag.

Lady was cold—
wind lashed the gardenias
I stole for her hair.

We were shabby, the three of us.

No one was coming so I started to row.

It was hard going—
stagnant, meandering...

The city moaned and smoldered.
Tin cans on the banks like shackles...

To be discovered, in the open...

But Miles took out his horn
and played.
Lady sang.

A slow traditional blues.

The current caught us—
horn, voice, oar stroking water...

I don't know how long we floated—

our craft so full of music,
the night so full of stars.

When I awoke we were entering an ocean,
sun low on water
warm as a throat,
gold as a trumpet.

We wept.

Then soared in a spiritual.

Never have I been so happy.





Lawson Fusao Inada


_Απόδοση στα ελληνικά: 
Χρίστος Αγγελακόπουλος

Sunday, 25 February 2024

Τι Είναι Σπίτι; - What Is Home?

















Τι είναι σπίτι: 
είναι η σκιά των δέντρων στο δρόμο για το σχολείο 
προτού αυτά ξεριζωθούν. 
Είναι των παππούδων μου η ασπρόμαυρη γαμήλια 
φωτογραφία πριν να γκρεμιστούν οι τοίχοι. 
Είναι το χαλί προσευχής του θείου μου, όπου δεκάδες μυρμήγκια 
κοιμήθηκαν τις παγερές νύχτες, πριν το λεηλατήσουν 
και το βάλουν σε μουσείο. 
Είναι ο φούρνος που η μάνα μου έψηνε ψωμί 
και κοτόπουλο πριν μια βόμβα μετατρέψει το σπίτι μας 
σε στάχτες. 
Είναι η καφετέρια που έβλεπα αγώνες ποδοσφαίρου 
και έπαιζα-

Το παιδί μου με διακόπτει: μια λέξη με πέντε γράμματα 
μπορεί να τα περιέχει όλα αυτά;


 .......


What is home: 
it is the shade of trees on my way to school
    before they were uprooted.
It is my grandparents’ black-and-white wedding 
    photo before the walls crumbled. 
It is my uncle’s prayer rug, where dozens of ants
   slept on wintry nights, before it was looted and 
   put in a museum. 
It is the oven my mother used to bake bread and 
   roast chicken before a bomb reduced our house 
   to ashes. 
It is the café where I watched football matches
   and played—

My child stops me: Can a four-letter word hold
   all of these? 



Mosab Abu Toha


Saturday, 30 December 2023

Μιά συνέντευξη με την Άτροπο - An inteview with Atropos

































Η κυρία Άτροπος;

Εγώ είμαι πράγματι.

Από τις κόρες της αναγκαιότητας,
χρεώνεστε την χειρότερη γνώμη του κόσμου.

Μιά μεγάλη υπερβολή, αγαπητέ ποιητή.
Η Κλωθώ υφαίνει το νήμα της ζωής,
όμως το νήμα είναι ευαίσθητο
κι εύκολα κόβεται.
Η Λάχεσις ορίζει το μάκρος του με το ραβδί της.
Δεν υπάρχουν άγγελοι.

Όμως εσείς, κυρία, κρατάτε τα ψαλίδια.

Και ως γνωστόν, τα χρησιμοποιώ καλά. 

Παρατηρώ ακόμα πως καθώς μιλάμε...

Είμαι τύπος Α, είναι η φύση μου αυτή.

Δεν νιώθετε πλήξη ή κούραση,
ίσως υπνηλία, δουλεύοντας νύχτες, αλήθεια, ούτε
την παραμικρή εξάντληση;
Χωρίς αργίες, διακοπές, σαββατοκύριακα,
χωρίς σύντομα διαλείμματα για τσιγάρο;

Θα καθυστερούσαμε, δεν μ' αρέσει αυτό.

Μιά βιομηχανία που κόβει την ανάσα.
Όμως δεν σας προσφέρουν επαίνους,
παράσημα, τρόπαια, κύπελλα, βραβεία;
Έστω ένα δίπλωμα σε κορνίζα;

Όπως εκείνα στους κομμωτές; Όχι, ευχαριστώ.

Ποιός, αν υπάρχει κάποιος, σας βοηθάει;

Ένα τακτοποιημένο μικρό παράδοξο-εσείς οι θνητοί.
Διαφόρων ειδών δικτάτορες, τέρμα φανατικοί.
Οχι ότι περιμένουν εμένα να τους σκουντήσω.
Είναι πάντα έτοιμοι να πιάσουν δουλειά.

Οι πόλεμοι σίγουρα θα σας κάνουν ευτυχισμένη,
τι γίνεται με όλη την επιπλέον βοήθεια
που σας παρέχουν;

Ευτυχισμένη, δεν το ξέρω αυτό το συναίσθημα.
Δεν είμαι καποια που τους εξαγγέλει.
Δεν είμαι εκείνη που κανονίζει την πορεία τους.
Θα παραδεχτώ ωστόσο πως τους οφείλω ευγνωμοσύνη,
χρησιμεύουν για να με κρατούν ενήμερη για τα τρέχοντα.

Δεν λυπάστε για τα νήματα που μικραίνουν;

Λιγότερο ή περισσότερο κομμένα-
μονάχα εσείς καταλαβαίνετε τη διαφορά.

Κι αν κάποιος ακμαιότερος ήθελε να σας ανακουφίσει,
προσπαθώντας να σας πείσει να αποσυρθείτε;

Δεν σας παρακολουθώ. Εξηγηθείτε πιο καθαρά.

Θα προσπαθήσω για μια φορά ακόμα.
Έχετε κάποιoν προιστάμενο σας;

...Επόμενη ερώτηση παρακαλώ.

Αυτές ήταν όλες που είχα.

Λοιπόν, αντίο τότε.
Ή για να το θέσω ακριβέστερα...

Ξέρω, ξέρω. Ορεβουάρ. 




..................





Madam Atropos?

That’s correct.

Of Necesssity’s three daughters,
you fare the worst in world opinion.

A gross exaggeration, my dear poet.
Klotho spins the threat of life,
but the thread is delicate
and easily cut.
Lachesis determines its length with her rod.
They are no angels.

Still you, Madame, hold the scissors.

And since I do, I put them to good use.

I see that even as we speak…

I’m a Type A, that’s my nature.

You don’t get bored or tired,
maybe drowsy working nights? Really, not the slightest?
With no holidays, vacations, weekends,
no quick breaks for cigarettes?

We’d fall behind, I don’t like that.

Such breathtaking industry.
But you’re not given commendations,
orders, trophies, cups, awards?
Maybe just a framed diploma?

Like at the hairdresser’s? No, thank you.

Who, if anyone, assists you?

A tidy little paradox—you mortals.
Assorted dictators, untold fanatics.
Not that they need me to nudge them.
They’re eager to get down to work.

Wars must surely make you happy
what with all the assistance you receive.

Happy? I don’t know the feeling.
I’m not the one who declares them,
I’m not the one who steers their course.
I will admit, though, that I’m grateful,
they do help to keep me au courant.

You’re not sorry for the threads cut short?

A little shorter, a lot shorter—
Only you perceive the difference.

And if someone stronger wanted to relieve you,
tried to make you take retirement?

I don’t follow. Express yourself more clearly.

I’ll try once more: do you have a Higher-Up?

…Next question please.

That’s all I’ve got.

Well goodbye then.
Or to put it more precisely…

I know, I know. Au revoir.




Wislawa Szymborska