Sunday, 9 April 2017

Φυσαλίδα

















 








απ' του καθρέφτη
την πανσέληνο
τα μάτια διαπερνουν
λόγχες από ασήμι,
στον διάπλου της νύχτας
κατακρημνίζοντας
σώμα και ψυχή
σε βάθη αφώτηγα
θυμάμαι

ξεγεννητούρια
σε θεριά κι οδύνες
γυμνές σκιές
από λυχνίες παλιές
σε καλαμοκατασκευές
δονήσεις αρχέγονες
κεχριμπαρένιες
εδώ κατοικεί ο δαίμονας
κι ο άγγελος, από καιρό
ανεπάγγελτος

σκουριά πορτοκαλιού
σε πέταλα γιασεμιών
ένα επίχρισμα ορμής
σιωπή από σύννεφα
καθηλωμένα στο μαβί,
στα διάκενα του θανάτου
δραπετεύει απόψε
η πραγματική μου ζωή
σαν φυσαλίδα λάβας


.................



Through the full moon
of the mirror
eyes get pierced
from spears of silver,

precipitating body and soul
in the passage of the night
at unlighted depths
I remember

giving birth
to beasts and afflictions
naked shadows
from old tales
in cane constructions

vibrations
primordial and amber,
the demon resides here
and the angel is long enough
without a profession

orange rust
in jasmine petals
an impetus coating,
a silence of clouds
riveted in purple,
through the interspaces

of death, my real life
is escaping tonight
like a lava bubble





Panagiotis Xourafas

Saturday, 8 April 2017

Stop Carre












Πρωινό ξύπνημα.
Σε κάθε περίπτωση
το πρωί είναι κορίτσι.
Τα μαλλιά του εκπνέουν κάτι
από πράσινο μήλο ή φασκόμηλο.
Xλωρό προσάναμμα το δέρμα του
που περιμένει ν' αρπάξει.
Αρκεί προς τούτο να βρει
την επίμονη φλόγα.
(Παύση)
Τα παιδιά μας έχουν σήμερα γιορτή.
Φόρεσαν τα καλά τους συναισθήματα
να υποδεχτούν την ελπίδα.
Αυτή που δραπέτευσε απρόσμενα
από κάποιο ενύπνιο παιδικό,
απ' το ακρώμιο τ'ουρανού
στον αυχένα του τόξου του.
Το σκοτάδι αποχαιρετά το κενό
με ένα δυνατό φως.
Στην περίπτωση αυτή
μ' ένα θεατρικό.
(Παύση)
Φοράει μία ολόλευκη μαντίλα
που τονίζει δύο υπέροχα μάτια
με ίσες δόσεις αυστηρότητας και θλίψης.
Στα χέρια κρατάει τις δίδυμες κόρες της
ομοιόμορφα ντυμένες στα ροζ.
Είμαι μεταξύ δύο:
η δικαιοσύνη σε καιρούς χαλεπούς
ή απλά, η μαμά αλατιέρα.
Με προβληματίζει το ροζ.
(Παύση)
H σουβλακερί της γωνίας ακόμα κλειστή.
Απ' έξω θελκτικότατη η αγγελία:
Ζητούνται διανομείς φρεσκοξυρισμένοι,
χαμογελαστοί, ταχύτατοι κι εξυπηρετικοί.
Ένας παρείσακτος μαρκαδόρος
θα συμπλήρωνε: Άντε και γαμπροί.
(Παύση)
Στη γωνία,
μπροστά από ένα ανταλλακτηριο χρυσού,
ένα άστεγο φάντασμα ζητιανεύει
για ένα κέρμα και ένα βλέμμα.
Τι διάβολο, ακόμα και οι πιο παγωμένες ψυχές
θα έτρεμαν στη θέα του.
Κάνω να γυρίσω, έχει ήδη φύγει.
Ίσως και να μην υπήρξε ποτέ.
Τιμια συναλλαγή.
(Παύση)
Στο καφέ του πεζοδρόμου
η σειρήνα με το δωδεκάποντο
και το προσκαλεστικό βλέμμα
στρεβλώνει το χωροχρόνο
της ερήμου. H έρημος όμως
όσο και να την πρασινίσεις
στην καλύτερη να γίνει στέπα.
Στην χειρότερη, μιά στιγμιαία οφθαλμαπάτη.
(Παύση)
Λίγο πριν το σπίτι,
σαν κραυγή ελέφαντα
ο προαστιακός, να προειδοποιεί.
Ακολουθεί άχρωμο το ποδοβολητό
των ανθρώπων, στο σταυροδρόμι
της μάζας και της μονάδας.
Στην ζούγκλα της πόλης
άλλη μία μέρα αιμορραγεί.
Ούτε λεπτό για περισυλλογή.
H νύχτα καραδοκεί.
(Κάτ).


..................


Morning awakening.
In each case
morning is a girl.
Her hair exhales something
of green apple or sage.
Her skin is a green tinder
waiting for fire to start.
It's enough to find
the persistent flame.
(Pause)
Our children have a celebration today.
They wore their good feelings
to embrace hope, the one
that escaped unexpectedly
out of a childhood dream,
from the withers in the sky
to the neck of its arc.
Darkness salutes vacuum
with a strong light.
In this case with a play.
(Pause)
She's wearing an all-white scarf
emphasizing two magnificent eyes
with equal doses of stringency and sadness.
She's holding hands of her twin daughters
uniformly dressed in pink.
I'm between two: justice in hard times
or simply, the salt shaker mom.
Pink's puzzling me.
(Pause)
The souvlaki shop down the corner
is still closed.Outside the attractive advert:
Distributors wanted, shaved, smiling,
blazing and helpful.
An intruding marker would complement:
grooms-to-be accepted too.
(Pause)
In the other corner,
in front of a gold exchange store,
a homeless ghost's begging
for a coin and a look.
What the hell, even the most frozen souls
would have trembled at its sight.
When I get back, it has already gone.
Perhaps it has never existed.
Fair deal.
(Pause)
In the sidewalk café
the siren in those high heel shoes
and that inviting gaze
warps space-time
of the desert.
But trying to green the desert
at best it becomes a steppe.
At worst, a momentary mirage.
(Pause)
Just before reaching home,
like an elephant's cry
suburban railway sounds warning.
Coming right after
the colourless trampling of people,
at the crossroad of the many and the one.
In the city jungle
another day is bleeding.
Not a minute left for contemplation.
Night lurks.
(Cut).



Panagiotis Xourafas