Wednesday, 26 February 2014

Pi

























Τίγρης, πίθηκος, ύαινα, ζέμπρα
κι απο μέσα άνθρωπος.

Αναμνήσεις σχεδόν ξεχασμένες
ραμμένες με αλλόκοτη κλωστή.
Οι γραμμές του μετώπου σου
σε ξεπερνούν, όσο γρήγορα
κι αν τρέξει ο άνεμος.

Το πηδάλιο είναι ξύλινο
γιατί αν ήταν απο σίδερο
θα βούλιαζες.
Σκουριάζει και το ξύλο
μα μην φοβάσαι την σκουριά.
Αν την χαράξεις, θ'αναβλύσει
το θυμάρι που αγάπησες.

Στροβιλίζοντας κυματισμούς
ανακαλύπτω
κρυμμένες σταθερότητες.
Βλέπω τις ρίζες να εξέχουν
απ' την μεθόριο.
Πριν τελειώσει η μέρα
προσπάθησε

Να ξεγυμνώσεις τη νύχτα.
Αυτή δεν έχει πηδάλιο.

Η γαλέρα θέλει χέρια
αν είσαι άνθρωπος ή πίθηκος
πόδια ,αν είσαι τίγρης, ύαινα
ή ζέμπρα.


...................


 
Tiger, monkey, hyena, zebra 

And skin deep, a man.

Memories almost forgotten 

stitched with bizarre thread. 
The lines of your forehead 
overcome you, no matter 
how strong the wind blows.

The steering wheel is wooden
'cause if it was made of iron 
you would have sunk. 
Εven the wood rusts
but don't be afraid of the rust. 
If you scratch it will gush 
the thyme you loved.

Swirling ripples

I discover 
hidden stabilities. 
I see the roots protrude 
from the border. 
Before the end of the day
just try

To bare the night. 

It don't have a rudder.

The galleon wants hands 

if you're human or monkey 
feet, if you are tiger, hyena
 or zebra.




Panagiotis Xourafas


Monday, 24 February 2014

Συγκατοίκηση - Cohabitation


 
















Μιά φυλακή εν κινήσει
το τρένο γιά τη γή της χαράς
ένας θεός, ως τώρα άγνωστος
μου υποσχέθηκε στο τέλος
πώς θα ραγίσει ο ορίζοντας,
ορίζοντας την τύχη
κι όχι τρέχοντας, να απο-
δράσω σαν λαγός
απο τα σύνορα της λύπης.
Ομως για να γίνει αυτό
έναν όρο μου έβαλε:
το σίδερο και το κάρβουνο
να συγκατοικήσουνε ξανά
στο ίδιο σπίτι.



..............



A jail in motion
the train for the land of joy
one god, unknown till now
promised me in the end
that horizon will crack,
designating destiny
and not running away, 
escaping like a rabbit
from the frontiers of grief.
But in order to do this 
he asked for one condition:
the iron and the coal
to cohabitate once again
in the same home.




Panagiotis Xourafas

Καθρέφτης - Mirror




Μια μέρα ήρθε στο χωριό 
γυναίκα ταραντούλα
κι όλοι τρέξαν να τη δουν.
άλλος της πέταξε ψωμί
κι άλλοι της ρίξαν πέτρα
απ' την ασχήμια να σωθούν.

Κι ένα παιδί της χάρισε 

ένα κόκκινο λουλούδι, ένα παιδί
Ένα παιδί της ζήτησε 

να πει ένα τραγούδι, ένα παιδί

Κι είπε ποτέ σου μην τους πεις
τι άσχημοι που μοιάζουν,
αυτοί που σε σιχαίνονται
μα στέκουν και κοιτάζουν.

Κι είπε ποτέ σου μην κοιτάς
τον άλλον μες τα μάτια,
γιατί καθρέφτης γίνεσαι
κι όλοι σε σπαν' κομμάτια.

Μια μέρα ήρθε στο χωριό
άγγελος πληγωμένος.
Τον φέρανε σε ένα κλουβί
κι έκοβε εισιτήριο 

ο κόσμος αγριεμένος,
την ομορφιά του για να δει.

Κι ένα παιδί σαν δάκρυ 

ωραίο αγγελούδι, ένα παιδί
Ένα παιδί του ζήτησε 

να πει ένα τραγούδι, ένα παιδί

Κι είπε αν θέλεις να σωθείς
από την ομορφιά σου,
πάρε τσεκούρι και σπαθί
και κόψε τα φτερά σου.

Κι είπε ποτέ σου μην κοιτάς
τον άλλο μες τα μάτια,
γιατί καθρέφτης γίνεσαι
κι όλοι σε σπαν' κομμάτια.



...........


Οne day in the village 
came the tarantula woman
and everybody rushed to see her
Someone threw some bread to her
and others threw stones at her
to save themselves from ugliness

And a child 

gave her a red flower, a child
A child asked her 

to sing a song, a child

And she said 

"Don't ever tell them
how ugly they seem
those who despise you
but stand there staring"

And she said "Don't ever look
the others in the eyes
cause you become a mirror
and they all break you to pieces"

One day in the village came
a wounded angel
they brought him in a cage
and the wild crowd bought tickets
to see his beauty

And a child, a pretty little angel 

like a tear, a child
A child asked him 

to sing a song, a child

And he said 

"If you want to save yourself
from your own beauty
take an axe and a sword
and cut off your wings"

And he said 

"Don't ever look
the others in the eyes
cause you become a mirror
and they all break you to pieces"





Alkinoos Ioannidis 

Saturday, 22 February 2014

Modus Vivendi
























Αφυδατωμένα όνειρα
με καθώς πρέπει εφιαλτες
και μιά σκηνή ελάχιστης θλίψης 

που ψυχαρραγεί
σαν αναμονή θρυμματισμένη.
Κι αποσυνδεθηκαμε
έτσι απο την ζωή.
Την βαφτισαμε ζωούλα
και την κλείσαμε
στα μπαούλα.
Και πριν το καταλάβουμε 

κάναμε το άλγος άγος.


 .............


Dehydrated dreams
with decent nightmares
and a scene of minimal sorrow
agonizing 
like crushed waiting.
And we disconnected
thus from life.
We baptized it livelihood
and we closed it 
in the trunks.
And before we know it
we turned the pain to curse.




Panagiotis Xourafas

Υδάσπης - Hydaspes

 



















Ενα κενό
πρωταρχικό
νεογνό
στάχυ πράσινο
να κοιμάσαι βροχή
και να ξυπνάς δάκρυ
στο μαξιλάρι
της περιπλάνησης.
Όνειρα-
απόνειρα,
διαμαντόπετρες
κάποιας
προηγούμενης ζωής
γυαλίζουν,
γυαλίζει
η ανάσα του θεού
σαν βότσαλο χρυσό
στη λάσπη
του Υδάσπη.
Εισαι αχτίδα,
παγίδα
ελπίδα
δροσοσταλίδα,
είσαι ο ουρανός
που σιώπησε
στην φλυαρία
της αιωνιότητας.
Εξω τα καμιόνια
-όσο να ντυθείς-
μεταφέρουν
σκελετούς
και κουκούλια.



...................


A vacuum
primary
neonatal
ear of green  

sleeping as rain  
waking up as a tear
on the pillow
of wandering.  

Dreams -
wake of dreams,
diamond stones
of some previous life
shine,  

so shines
the breath of god

like a gold pebble
in the mud

of Hydaspes.
You 're glimmer,
trap
hope
dewdrop,

you 're the sky
that kept silent

before chattering
of eternity.
Outside the lorries  

-till you get dressed-
are carrying
skeletons
and cocoons.





Panagiotis Xourafas

Thursday, 20 February 2014

Greta Oto


 
 


















Εχει διάφανα φτερά
στις πλάτες του.
Αλλά μην μου ζητάς
να σου τον περιγράψω.
Ο πόνος της αγάπης
δεν περιγράφεται.
Μονο στα ποιήματα
που ποτέ δεν γράφτηκαν
βρίσκεις τις σωστές λέξεις.
Μόνο στα πατήματα
της άμμου που ξεψύχησαν
με το πρώτο βραδινό κύμα
μετράς ακριβείς διαστάσεις.
Ο πόνος της αγάπης
ειναι ο άγνωστος που 
όσο πιο πολύ τον γνωρίζεις
τόσο πιο άγνωστος γίνεται.
Γι αυτό σου λέω,
μην ζητάς περιγραφές.
Οταν δεν τον μοιράζεσαι
είναι τόσο πιο αβάσταχτος
όσο και αληθινότερος.
Ακόμα κι ένα μόνο δάκρυ
να του χαρίσεις, πάει άλλαξε.
Δεν σου ζητάει αυτός
να σκιαγραφήσεις το φως του,

μα να φωτογραφήσεις τη σκιά του
καθώς πάει κι έρχεται'
κι αυτό ειναι το ακριβό τίμημα
που καλείσαι παντα να πληρώσεις.



.............................



It's got transparent wings
on its shoulders.
But don't ask from me
to describe it.
The pain of love can
not be described.
Only in poems
never been written,
you can find the right words.
Only in footprints
of sand that passed away
by the first night wave
you can count exact dimensions.
The pain of love is the stranger
that the more you get to know him
the more unknown he becomes.
That's why I'm telling you,
don't ask for descriptions.
When you don't share it
it is as much intolerable
as more genuine,too.
Because, if you offer it 
just one tear, it's already changed.
It doesn't ask from you
to sketch its light,
but to photograph its shadow
as it comes and goes'
and that's the price
you always have to pay.




Panagiotis Xourafas


Monday, 17 February 2014

Το Κλειδι Του Σολ - The Sol Key





Σχεδιάζει
ενα κλειδί του σολ
πάνω στα πόδια της
στα ύστερα του βράχου,
με ενα μολύβι λάγνας οργής
κλειδώνει 

την παρτιτούρα της ερήμου 
στο αίμα της. 
Έτσι καμπυλώνει το φως
η μυστική μαινάδα
στο επίπεδο λευκό της ακουαρέλας,
με τις καμπύλες του μπούστου της.
Στο φλιτζάνι μου ψάχνω την μοίρα της
όπως διασταυρώνεται σκοτεινά
στην ηδονή του αηδονιού.
Ανακατεύω τον πικρό καφέ 

με τον αγαπημένο Πούσκιν
μπας και σβήσω τη φωτιά,
μα εν τέλει καίγομαι,
απανθρακώνομαι
στην άκρη της γραφίδας της
με μιά και μόνο απορία:
Ποιά ειναι αυτή η κοπελιά
που το μπορεί έτσι απλά
να ζωγραφίζει μουσική;



.................. 


She is sketching
a sol key
over her legs
after the rock,
with a pencil of lustful rage
locking up
the partiture of desert
in her blood.
So this mystical maenad
is curving the light
on the aquarella's level white,
with the curves of her bust.
I'm looking at her destiny in my cup 
as it is intersected darkly
with the pleasure of the nightingale. 
Stirring the bitter coffee
with my beloved Pushkin 
hopefully to put the fire out, 
but ultimately I'm burned, 
charred
at the tip of her stylus 
with a single question left:
Who is that girl anyway 
that can so simply
draw music?




Panagiotis Xourafas

Friday, 31 January 2014

Συνύπαρξη - Coexistence

 

















Όση ώρα μιλάμε
και δεν ακούμε 
η σφυρίχτρα
του τροχονόμου
χορεύει με τη σιωπή
ενα ξεθωριασμένο βαλς
στη γωνία με αγωνία.

Όση ώρα μιλάμε
και δεν ακουμπάμε
τα πρόσωπα λιώνουν
σαν από πάγο και φωτιά,
οι μαντόνες σχίζονται
απο τα ίδια τους τα λόγια
απο τα χείλη ως την καρδιά
του εσωτερικού κισσού.

Όση ώρα μιλάμε
και όμως δεν μιλάμε
κομμάτια που συνθέτουμε
γδυτή ασκήμια στη ρωγμή
που στάζει μαύρο αίμα,
ψάχνοντας να βρούμε
τι γυρεύουμε εδώ κι οι δυό
με τους καθρέφτες να κοιτούν
αμίλητοι τους τοίχους.


....................



As long as we talk
and not listen
the whistle
of the traffic policeman 
is dancing with silence
a faded waltz
in the corner with agony.

As long as we talk
and not touch
faces melt
like fire and ice,
madonnas tear
out of their own words
from the lips to the heart
of the inner ivy.

As long as we speak
and thus not talk
pieces that we join
naked seaminess in the crack
dripping black blood,
searching to find
what we really hope to find here 
with the mirrors looking
silent back to the walls. 






Panagiotis Xourafas
 

  

 

Friday, 17 January 2014

Ο Γυρολόγος - Коробейники






Το τραγούδι "Korobeiniki" βασίζεται σε ένα ποίημα με το ίδιο όνομα,του Nikolay Nekrasov,(http://en.wikipedia.org/wiki/Nikolay_Nekrasov) και τυπώθηκε στο περιοδικό Sovremennik το 1861. Λόγω του ρυθμου και του στυλ χορού που συνδέθηκε μ'αυτό, έγινε γρήγορα ένα δημοφιλές ρωσικό λαϊκό τραγούδι. Για τους λάτρεις του πολύ γνωστού  ηλεκτρονικού παιχνιδιού Τetris ήταν και το μουσικό του θέμα το 1989. Οι Korobeiniki ήταν μικροπωλητές υφασμάτων, ειδών ραπτικής, βιβλίων και άλλων μικροπραγμάτων στην προεπαναστατική Ρωσία.Το ποίημα του Nekrasov είναι μια θλιβερή ιστορία για τον έρωτα ανάμεσα σε ένα κορίτσι αγροτών, την Katya , και έναν νεαρό γυρολόγο.  Θα συναντηθούν μεταξύ τους σε ένα χωράφι σπαρμένο με σίκαλη το βράδυ, όπου θα της υποσχεθεί μια καλή τιμή για τα εμπορεύματα που μεταφέρει, πριν τα πάει να πουληθούν στην αγορά την μέρα. Μόνο η νύχτα γνωρίζει αλήθεια τι συνέβη μεταξύ τους στον κτήμα της σίκαλης, αλλά η όμορφη Katya δεν παίρνει τελικά κανένα από τα αγαθά που της προσφέρει ο πωλητής. Ποιο το νόημα σκεφτεται η κοπέλα να πάρει όλα αυτά χωρίς αυτόν, την πρώτη και μοναδική αγάπη της; Παίρνει λοιπόν μόνο ένα μικρό δαχτυλίδι τυρκουάζ ,ως ανάμνηση, και αυτός της υπόσχεται να την παντρευτεί όταν επιστρέψει πίσω από το ταξίδι του. Συνεχίζει έτσι και αυτή τον περιμένει με πίστη. Η επιχείρησή του πηγαίνει πολύ καλά και βγάζει πολλά χρήματα, αλλά στο δρόμο της επιστροφής σκοτώνεται από ένα ληστή απο τον οποίο ζητά πληροφορίες. Έτσι, ποτέ δεν γυρίζει πίσω για να παντρευτεί την Katya. Οι στίχοι  που ακολουθούν είναι η αρχή απο το πρωτότυπο ποίημα, όπου αφηγείται μόνο η πρώτη συνάντηση της Katya με τον νεαρό πλανόδιο πωλητή, όταν κεραυνοβόλα ερωτεύονται ο ένας τον άλλο...




Ω ,το καλάθι μου είναι γιομάτο, 
Έχω εμπριμέ και μπροκάρ. 
Λυπήσου, ω,εσύ γλυκιά μου 
Τον ώμο του παλικαριού.

Θα πάω έξω στο χτήμα με την ψηλή τη σίκαλη 

Θα περιμένω εκεί μέχρι να ρθεί το βράδυ
Μόλις δώ το κορίτσι με τα καφετιά τα μάτια 
Εμπρός θα βγάλω όλα τα εμπορεύματα μου.

Πλήρωσα όχι τίμημα μικρό απ' τη μεριά μου, 

Έτσι, μην παζαρεύεις και μην τσιγκουνεύεσαι, 
Σίμωσε τα κόκκινα τα χείλη σου σε μένα, 
Έλα και κάτσε πλάι στο καλό εδώ το παλικάρι.

Αυτή η ομιχλώδης νύχτα ήλθε κιόλας, 

Το τολμηρό το παλικάρι εκεί προσμένει , 
Άκου τη, αυτή 'ναι! Η Ποθητή άξαφνα φθάνει, 
Ο έμπορος θε να πουλήσει τ' αγαθά του.

Η Κάτια κάνει παζάρια με προσοχή, 

Φοβάται να πληρώσει πάρα πολύ, 
Ένα παλικάρι φιλάει το κορίτσι του, 
Ζητώντας της να αυξήσει την τιμή.

Μόνο η βαθιά νύχτα ξέρει , 

Αυτό που συμφωνήθηκε εκεί. 
Στάσου ψηλά τώρα ,ω εσύ ψηλή σίκαλη, 
Και φύλαξε καλά το μυστικό τους!

Ω ,το καλάθι μου πόσο αλάφρυνε  

Ο ιμάντας δεν με κόβει πιά στον ώμο! 
Και αυτό που το κορίτσι μου μού πήρε
 Ήταν μονάχα ένα τυρκουάζ δαχτυλίδι.

Της πρόσφερα ένα ολάκερο κομμάτι τσίτι, 

Μιά κόκκινη κορδέλα για τις πλεξούδες της, 
Μια μικρή ζώνη-το λευκό πουκάμισο της 
Για να δένει, όταν σανό τα χόρτα κάνει.

Μα η γλυκιά μου έβαλε τα πάντα πίσω μέσα

στο καλάθι, τα πάντα εκτός απο το δακτυλίδι: 
"Δεν θέλω πίσω καλά ντυμένη να γυρίσω 
δίχως αρραβωνιαστικό να έχω στο πλευρό μου!"

Ω, ανόητη που 'ναι η νεολαία! 

Πώς δεν προνόησε αυτός να φέρει 
Μισή μποτίλια απ' τη γλυκιά τη βότκα; 
Και πώς αυτή δεν άγγιξε τα δώρα!

Έτσι, μείνε λοιπόν εδώ! 

Μιά αρραγή υπόσχεση σου δίνω:

Μόλις αδειάσει το καλάθι μου, 

Θα επιστρέψω σπίτι, 
Κι εσένα αγάπη μου, 
 Στην εκκλησιά θα σ'οδηγήσω!

Μέσ στην βροχερή νύχτα 

Ο νεαρός άνδρας τρέχει,
 Και προφθαίνει ένα φίλο του
που γκρινιάζει στο χωριό.

Ο γέρο Τίχονιτς τότε του λέει:

 "Νόμισα πως εξαφανίστηκες!" 
Κι ο Βάνκα μειδιώντας του απαντά- 
Πούλησα όλο το εμπριμέ!



...................



Ой полным полна моя кoробушка
Есть и ситец, и парча.
Пожалей, душа-зазнобушка,
Молодецкого плеча.


Выйду, выйду в рожь высокую,
Там до ночки погожу,
Как завижу черноокую,
Все товары разложу.


Цены сам платил немалые,
Не торгуйся, не скупись,
Подставляй-ка губки алые,
Ближе к молодцу садись.


Вот уж пала ночь туманная,
Ждёт удалый молодец...
Чу, идёт! – пришла желанная,
Продаёт товар купец.


Катя бережно торгуется,
Всё боится передать,
Парень с де́вицей целуется,
Просит цены набавлять.


Знает только ночь глубокая,
Как поладили они.
Распрямись ты, рожь высокая,
Тайну свято сохрани!


Ой, легка, легка коробушка,
Плеч не режет ремешок!
А всего взяла зазнобушка
Бирюзовый перстенёк.


Дал ей ситцу штуку целую,
Ленту алую для кос,
Поясок – рубашку белую
Подпоясать в сенокос...


Все поклала ненаглядная
В короб, кроме перстенька:
«Не хочу ходить нарядная
Без сердечного дружка!»


То-то, дуры вы, молодочки!
Не сама ли принесла
Полуштофик сладкой водочки?
А подарков не взяла!


Так постой же! Нерушимое
Обещаньице даю:


Опорожнится коробушка,
На Покров домой приду
И тебя, душа-зазнобушка,
В божью церковь поведу!"


Вплоть до вечера дождливого
Молодец бежит бегом
И товарища ворчливого
Нагоняет под селом.


Старый Тихоныч ругается:
"Я уж думал, ты пропал!"
Ванька только ухмыляется -
Я-де ситцы продавал!





Poetry : Nikolay Nekrasov
Greek Translation : Panagiotis Xourafas

Friday, 3 January 2014

Аπογύμνωση - Stripping

























The stove rusted.
The pipes pare.
The walls crack.
In the frame
a tree all alone,
still green.
You sold your small watch
of your wrist.
They adulterated coffee too.
A cigarette forgotten is
still smoking in the ashtray.
Well,
such large gap,
such deprivation
is freedom?












Giannis Ritsos