Tuesday, 1 June 2010

Της Γενιάς Σου Άνθρωποι - Men Of Your Generation

Ήταν την ώρα της περισυλλογής
τότες που όλες οι μνήμες στριφογυρνούν 
στίς στενάχωρες θύρες του μυαλού
στίς ωκεάνιες δίνες της συνείδησης.

Τότες ήρθες να με βρείς
να με ρωτήσεις: γιατί;
Ένα μικρό παιδί μπροστά σ' ένα όπλο
ένα μικροπαίδι εβραιόπουλο,
να ρωτάει: γιατί;

Κλαίω.Γιατί ξέρω το αίτιο
και δεν μπορώ να το σταματήσω.

Θρηνώ,μικρό παιδί,γιά τα χρόνια της ζήσης
που έχασες
γιά τις χαρές της ζωής που δεν πρόλαβες.

Οδύρομαι γιά τα ολοκαυτώματα στο Άουσβιτς,
το Ματχάουζεν,το Μπεργκεντάου
γιά όλα τα εκατομμύρια των Εβραίων.

Κι όσο σκέφτομαι και θρηνώ και κλαίω
το αιμάτινο λύθρον
που σφραγίζει όλες τις σελίδες της ιστορίας
τόσο και δεν αντέχω
της γενιάς σου άνθρωποι
να μιμούνται τους δολοφόνους σου.
 .................................

It was the time of meditation
when memories twirl in
and out the narrow mind gates,
in the oceanic maelstroms of conscience.

At that time you came to find me
and ask me: why?
A little child facing a gun
a young Jewish kid
asking:why?

I am crying. For I know the reason
and I can not stop it.

I am mourning,child, for 
the living years you have lost,
for the joys of life you haven't lived.

I am weeping for the holocausts in Auschwitz,
Birkenau and Mauthauzen 
for all the millions of Jews.


And as I am thinking and mourning and crying
of the blood stained bath 
stamping all history pages,
I can't stand no more
men of your generation
to imitate your murderers.


Poetry: Manolis Glezos
Picture 1: Palestinian kids in Gaza strip.(2010)
Picture 2 : Jewish kids in a concentration camp. (1945)

Monday, 31 May 2010

Cassida Del Llanto - Το Κλάμα

 



















Έχω κλείσει τα παράθυρα μου
Δεν θέλω να ακούω το κλάμα,
Αλλά πίσω από τους γκρίζους τοίχους
Τίποτε δεν ακούς παρά το κλάμα

Υπάρχουν λίγοι άγγελοι που τραγουδούν
Υπάρχουν λίγοι σκύλοι που γαβγίζουν
Χίλια βιολιά χωρούν στην παλάμη του χεριού,
Μα το κλάμα είναι ένας πελώριος άγγελος.
Το κλάμα είναι ένας πελώριος σκύλος
Το κλάμα είναι ένα πελώριο βιολί
Δάκρυα στραγγαλίζουν τον άνεμο,
Τίποτε δεν ακούς παρά το κλάμα.

 ...........................

He cerrado mi balcón
porque no quiero oír el llanto
pero por detrás de los grises muros
no se oye otra cosa que el llanto.

Hay muy pocos ángeles que canten,
hay muy pocos perros que ladren,
mil violines caben en la palma de mi mano.
Pero el llanto es un perro inmenso,
el llanto es un ángel inmenso,
el llanto es un violín inmenso,
las lágrimas amordazan al viento
y no se oye otra cosa que el llanto.  

Poetry: Federico Garcia Lorca
English Translation:


Sunday, 30 May 2010

1453, 29 Μαίου


I.

Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μέσ’ στη λύπη του

Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρδος Παραδείσου Και σκληρός πιο κι απ’ την πέτρα που δεν τον είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ – κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα

Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους κι έβγανε απ’ όλους Έναν που του χαμογελούσε τον Αληθινόν που ο χάρος δεν τον έπιανε

Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θ ά λ α σ σ α έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο Θεός κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν’ ανεβαίνει

Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων τα χρυσά να λάμπουν και να φεύγουν Και μια νύχτα θυμάται σ’ ώρα μεγάλης τρικυμίας βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο που θολώθη μα δεν έστερξε να του σταθεί

Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε

ΙΙ.

Θε μου και τώρα τι Που ‘ χε με χίλιους να παλέψει

χώρια με τη μοναξιά του ποιος αυτός πού ’ξερε μ’ ένα λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει τι

Που όλα του τά ‘χαν πάρει Και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το τρικράνι του το μυτερό και το τειχιό που καβαλούσε κάθε απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σα ζόρικο και πηδηχτό βαρκάκι

Και μια φούχτα λουίζα που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κοριτσιού μεσάνυχτα να το φιλήσει ( πώς κουρναλίζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ’ τη θάλασσα…)

Μεσημέρι από νύχτα Και μήτ’ ένας πλάι του Μονάχα οι λέξεις του οι πιστές πού’ σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν’ αφήσουν μέσ’ στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως

Και αντίκρυ σ’ όλο των τειχών το μάκρος μυρμηκιά οι χυμένες μέσ’ στον γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του

«Μεσημέρι από νύχτα – όλ’ η ζωή μια λάμψη ! » φώναξε κι όρμησε μέσ’ στο σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη

Κι αμέσως ένιωσε ξεκινημένη από μακριά η στερνή χλομάδα να τον κυριεύει

ΙΙΙ

Τώρα καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγορα οι αυλές βουτούσαν μέσα στον χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ’ τα γεράνια

Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ’ ασήμια που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι’ άλλων καιρών πιο μακρινών το εικόνισμα

Κόρες παρθένες φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών σταλάζοντας ιώδιο , τα κλωνάρια

Του’ φερναν Ενώ κάτω απ’ τα πόδια του άκουγε στη μεγάλη καταβόθρα να καταποντίζονται πλώρες μαύρων καραβιών τ’ αρχαία και καπνισμένα πλοία όθε με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορες επιτιμούσανε

Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα σωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μεσ’ στον αέρα

Πάντοτε με μια λέξη μεσ’ στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος
Αυτός, ο Τελευταίος Ελληνας.


Poetry : Odysseas Elytis

Thursday, 27 May 2010

Ηράκλειτος Και Ελπίδα - Heraclitus on Hope

Εάν μη έλπηται ανέλπιστον, ουκ εξευρήσει.
(Άν δεν ελπίζεις στο ανέλπιστο,δεν θα το βρείς,
καθώς είναι αυτό ανεξερεύνητο και απλησίαστο.)

......................

If you do not the expect the unexpected 
you will not find it, for it is not to be reached 
by search or trail. 


Heraclitus

Ζητείται Ελπίς - Asking For Hope

 
















Σουρούπωνε. 
Μερικά φώτα ειχαν ανάψει κιόλας στα μαγαζιά αντίκρυ. 
Στο καφενείο δεν ειχανε ανάψει ακόμα τα φώτα.
Του άρεσε ετσι το ημίφως.
Σκέφτηκε τη σύγχυση που επικρατεί στον κόσμο μας σήμερα. 
Σύγχυση στον τομέα των ιδεών, σύγχυση στον κοινωνικό τομέα, σύγχυση...
Δεν εφταιγε η εφημερίδα που εκανε τώρα αυτές τις σκέψεις. 
Τα σκεφτότανε ολα αυτά τον τελευταίο καιρό, πότε με λιγότερη, 
πότε με περισσότερη ένταση. 
Σκεφτότανε το σκοτεινό πρόσωπο της ζωής. 
Την ειρήνη, τη βαθιά τούτη λαχτάρα, που κρέμεται απο μια κλωστή.
Σκεφτότανε τη φτώχεια, την αθλιότητα. 
Σκεφτότανε το φόβο που εχει μπεί στις καρδιές.
Στον καθρέφτη, δίπλα του, ειδε το πρόσωπό του. 
Ενα πολύ συνηθισμένο πρόσωπο. 
Τίποτα δε μαρτυρούσε την ταραχή που ειχε μέσα του.
Ειχε πολεμήσει κι αυτός στον τελευταίο πόλεμο. 
Και ειχε ελπίσει. Μα τώρα ήτανε πια χωρίς ελπίδα. 
Ναί, δε φοβότανε να το ομολογήσει στον εαυτό του 
πώς ήτανε χωρίς ελπίδα. 
(...)
...............................


Dusk came again. 
 Squarely, some lights had already been on the stores . 
They had no lights turned on the cafe yet. 
He liked the gloom this way.
He was thinking of confusion dominating our world today.
Confusion on the field of Ideas, confusion on social field, confusion...
It was not the newspaper to blame 
for him making these thoughts. 
He was thinking of all these things 
for a long time now, intensively or not. 
He was thinking of the dark face of life. 
Peace, this deep desire 
which hangs on a thin thread.
He was thinking of poverty,of misery. 
He was thinking of the fear that has come inside hearts.
In the mirror in front of him saw his face. A very common face. 
Nothing was able to explain the anxiety gathered in him.
He had fought in the last war too. And he had hoped. 
But now he was with no hope. And yes, he was unafraid of 
admitting to himself that he was without hope. 
(...)

Antonis Samarakis

Tuesday, 25 May 2010

Mostovi - Γέφυρες

 












Μέσα μου,απόψε,ένας ποταμός
διασχίζει κάποιους μακρινούς μεγάλους λόφους,
παλεύει,ουρλιάζει,διαιρεί χαράδρες 
και σπάζει τις πράσινες αλυσσίδες του.
Καί εξορύσσει την καρδιά μου και καίει
και βράζει και διαπερνά τα μάτια μου.

Μέσα σου,απόψε,ο ίδιος ποταμός,
είναι περίεργα απαλός.
Και γιά μιά στιγμή είν' ασημένιος, 
γιά μιά στιγμή κυανός,
η σιωπή αντανακλάται πάνω του.

Όλοι μας απαντάμε διαφορετικούς ποταμούς
κάτω από τις ίδιες γέφυρες, μέσα μας,
που εξηγεί γιατί η ευτυχία και οι δυστυχίες μας
είναι πάντα τόσο διαφορετικά ίδιες.
..............

U meni večeras jedna reka
razbila ogromna brda daleka,
muči se, urliče, razmiče klance
i kida svoje zelene lance.
I rije kroz moje srce i peče
i kroz oči mi kipi i teče.

U tebi večeras ta ista reka,
čudno je meka.
I čas je srebrna i čas je plava,
u njoj se tišina odslikava.

Svako u sebi reke druge
pod istim mostovima sretne,
zato su naše sreće i tuge
uvek drukčije istovetne.



Miroslav Antić





Sunday, 23 May 2010

A Silly Poem

Said Hamlet to Ophelia,
I'll draw a sketch of thee,
What kind of pencil 
shall I use?
2B or not 2B?



Spike Milligan

Saturday, 22 May 2010

Departure - Αναχώρηση

Χωρίσαμε
και κατήλθαμε
σαν δυό δάκρυα που κυλούν παράλληλα κάτω, 
σ' ένα ρυτιδιασμένο πρόσωπο.
Δύο βάρκες ανέμεναν στο νερό
και η δικιά σου πρώτη έφυγε.
Η δικιά μου γυρνούσε τα νησιά.
Κάθησα διπλωμένος και κατηφής,
άδειος
όπως η σκιά του φεγγαριού.

..................

We parted
and descended from the city
like two tears dropping parallely down
a wrinkled face.
Two boats awaited on water
and yours was the first to leave.
Mine was touring the islands.
I sat bent and sombre
empty
as moon's shadow. 

Miloš Crnjanski

Thursday, 20 May 2010

Στ' αστεία παίζαμε! - We Didn't Play For Real















Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Mέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις γυναίκες μας
Tα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Nύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ' το φως της ημέρας
Mήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας , δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
Kλέφτες!
Στα ψέματα παίζαμε!

.......

We didn't just lose our miserable salary
In the ebriety of the game we gave you our women too
Τhe most precious mementos we hid inside the chest
Finally our home itself with all of our belongings.
We played for endless nights , far away from the light of day
Have the years passed by? calendar leaves have rotten
We didn't ever have a good card ,we lost, we always lost
How are we going to leave now? Where to go? Who will accept us?

Give us back our years, give us back our playing cards!
Sharpers!
We didn't play for real!


Manolis Anagnostakis

Tuesday, 18 May 2010

Bertrand Russell - Quotation On Thought


Οι άνθρωποι φοβούνται
την Σκέψη τόσο,
όσο τίποτα άλλο στην Γη,
περισσότερο από
την συντριβή και τον Θάνατο...
Η Σκέψη είναι
ανατρεπτική και επαναστατική,
καταστρεπτική καί τρομερή,
η Σκέψη είναι
αμείλικτη στά προνόμια,
στούς υπάρχοντες θεσμούς
και στην βολική συνήθεια.
Η Σκέψη κοιτάζει
στον κρατήρα της κόλασης
και δεν φοβάται.
Η Σκέψη είναι
ευέλικτη και ελεύθερη,
το φως του κόσμου,
και η μεγάλη δόξα του ανθρώπου.


............

Men fear thought as they fear nothing else on earth, more than ruin more even than death.... Thought is subversive and revolutionary, destructive and terrible, thought is merciless to privilege, established institutions, and comfortable habit. Thought looks into the pit of hell and is not afraid. Thought is great and swift and free, the light of the world, and the chief glory of man.


Bertrand Russell