Wednesday, 13 March 2013

Μυθιστόρημα (Η') - Mythistorema (VIII)

Μὰ τί γυρεύουν οἱ ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σὲ καταστρώματα κατελυμένων καραβιῶν
στριμωγμένες μὲ γυναῖκες κίτρινες καὶ μωρὰ ποὺ κλαῖνε
χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ ξεχαστοῦν οὔτε μὲ τὰ χελιδονόψαρα
οὔτε μὲ τ᾿ ἄστρα ποὺ δηλώνουν στὴν ἄκρη τὰ κατάρτια.
Τριμμένες ἀπὸ τοὺς δίσκους τῶν φωνογράφων
δεμένες ἄθελα μ᾿ ἀνύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις ἀπὸ ξένες γλῶσσες.

Μὰ τί γυρεύουν οἱ ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στὰ σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
ἀπὸ λιμάνι σὲ λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ἀνασαίνοντας
τὴ δροσιὰ τοῦ πεύκου πιὸ δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στὰ νερὰ τούτης τῆς θάλασσας
κι ἐκείνης τῆς θάλασσας,
χωρὶς ἁφὴ
χωρὶς ἀνθρώπους
μέσα σε μία πατρίδα ποὺ δὲν εἶναι πιὰ δική μας
οὔτε δική σας.

Τὸ ξέραμε πὼς ἦταν ὡραῖα τὰ νησιὰ
κάπου ἐδῶ τριγύρω ποὺ ψηλαφοῦμε
λίγο πιὸ χαμηλὰ ἢ λίγο πιὸ ψηλὰ
ἕνα ἐλάχιστο διάστημα.


What are they after, our souls, travelling
on the decks of decayed ships
crowded in with sallow women and crying babies
unable to forget themselves either with the flying fish
or with the stars that the masts point our at their tips;
grated by gramophone records
committed to non-existent pilgrimages unwillingly
murmuring broken thoughts from foreign languages.

What are they after, our souls, travelling
on rotten brine-soaked timbers
from harbour to harbour?

Shifting broken stones, breathing in
the pine's coolness with greater difficulty each day,
swimming in the waters of this sea
and of that sea,
without the sense of touch
without men
in a country that is no longer ours
nor yours.

We knew that the islands were beautiful
somewhere round about here where we grope,
slightly lower down or slightly higher up,
a tiny space.

Giorgos Seferis

Monday, 4 March 2013


Στα δυό παλικάρια που χάθηκαν
στην Λάρισα, απο αναθυμιάσεις 
κρατικής παράνοιας...

Στον κάμπο έχει παγετό, κρυώνω
Κι ανάβω του διαβόλου το μαγκάλι
Λεφτά δεν έχω για να ζεσταθώ
Της μάνας μου η ακριβή αγκάλη
Δεν με γλυτώνει πια απ' το κακό.
Στον κάμπο έχει παγετό, κρυώνω
Μα στα ψηλά τα διαμερίσματα 
Με δάκρυα σύγκαπνων χρησμών
Η εικόνα μου σας αποχαιρετά·
Και τα κεριά που μ'αφαιρέσατε
Λυκόφως ρίχνουν αδιαπέραστο
Στων Ερινύων σας την ομερτά..


The plain is frosty, I feel cold
And I light the devil's brazier
I have no money to keep me warm
My mother's precious hug
Saves me from harm no more.
The plain is frosty, I feel cold
But inside high apartments
In tears of smoky and fiery oracles
My picture's bidding you farewell;
And candles that you took away from me
Cast an impenetrable twilight
On your Erinyes' omertà ..

Panagiotis Xourafas

Sunday, 3 March 2013


William Gibson

Διασταύρωση - Cross

Ο γέρος μου είναι ένας λευκός γέρος
Και η γριά μητέρα μου είναι μαύρη.
Αν ποτέ καταράστηκα τον λευκό γέρο μου
Παίρνω τις κατάρες μου πίσω.
Αν ποτέ καταράστηκα τη γριά μητέρα μου
Και ευχήθηκα να ήταν στην κόλαση,
Λυπάμαι για αυτή την κακιά ευχή
Και τώρα της εύχομαι καλή τύχη.
Ο γέρος μου πέθανε σ'ένα μεγάλο ωραίο σπίτι
Η μάνα μου πέθανε σε μια παράγκα.
Αναρωτιέμαι που θα πεθάνω αλήθεια,
Όντας ούτε λευκός ούτε μαύρος;


My old man's a white old man
And my old mother's black.
If ever I cursed my white old man
I take my curses back.
If ever I cursed my black old mother
And wished she were in hell,
I'm sorry for that evil wish
And now I wish her well
My old man died in a fine big house.
My ma died in a shack.
I wonder were I'm going to die,
Being neither white nor black?

Langston Hughes